Όταν το animation συνάντησε τον Ντοστογιέφσκι

Ο Alexandre Petrov κατέχει ιδιαίτερη και περίοπτη θέση στο ρωσικό animation. Η τεχνική που χρησιμοποιεί με εντυπω­σιακό τρόπο είναι η ζωγραφική (κραγιόνια παστέλ και λάδι) πάνω σε επιφά­νειες γυαλιού. Ο Πετρόφ υπήρξε μαθητής του Γιούρι Νόρσταϊν.

Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου (Le Reve α” un homme ridicule) (1992) είναι η αριστοτεχνική μεταφορά του ομότιτλου αφηγήματος του Ντοστο­γιέφσκι - η ιστορία ενός ανθρώπου που θέλει να αυτοκτονήσει και τον πιά­νει ο ύπνος προτού επιχειρήσει το ανεπανόρθωτο. Ονειρεύεται την ευτυχία και απολύτρωση από το θάνατο, ονειρεύεται το υπερπέραν που γίνεται ό­μως όσο πάει και λιγότερο ελκυστικό, κι όταν τελικά ξυπνάει, εγκαταλείπει την ιδέα του θανάτου. Η τεχνική της ζωγραφικής πάνω σε γυαλί βρίσκει τέ­λεια εφαρμογή εδώ: το όνειρο και τα παραληρήματα, οι μυθολογικές και ει­καστικές αναφορές, παράφορη σύνθεση σε «πίνακες» και οι προεκτάσεις τους, αλλοιώσεις εικόνων. Τέλεια επανεγγραφή της σλαβικής «τρέλας» στο animation. Το όνειρο βρίσκεται στην κατά φαντασία τρέλα και πηδάει από τη μια αναφορά στην άλλη, οι στιγμές όμως που περιβάλλουν το όνειρο πα­ρουσιάζονται τελείως διαφορετικές. Είναι σε αποχρώσεις ώχρας και οι φω­τισμοί θυμίζουν έντονα ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το απόγειο της τέχνης του Πετρόφ. (Γιάννης Βασιλειάδης, Animation, Εκδόσεις Αιγόκερως)

Υπάρχουν ειδήσεις, νέα, κείμενα, άρθρα, συμβάντα που για τον αποδέκτη τους μπορεί να έχουν ένα γενικό, ευγενικό ενδιαφέρον, όπως θα έλεγε και ο Ρόλαν Μπαρτ που συνιστούν κατά αυτόν το studium. “To studium, είναι το ευρύτατο πεδίο της νωχελικής επιθυμίας, του ποικίλου ενδιαφέροντος, του άστατου γούστου: μ΄αρέσει δεν  μ΄αρέσει, I like, I don’t. To studium είναι της τάξεως του to like (του αρέσκειν) και όχι του to love (του αγαπάν)….  Αυτό που αισθάνομαι γι τούτες τις φωτογραφίες (τα αποσπάσματα βρίσκονται στο βιβλίο “Ο Φωτεινός Θάλαμος, σημειώσεις για τη φωτογραφία”) έχει σχέση μ΄ένα μέσο συναίσθημα, σχεδόν με ένα ντρεσάρισμα. Είναι το studium, που δεν σημαίνει τουλάχιστον αμέσως σπουδή, αλλά την προσήλωση σε κάτι, την προτίμηση σε κάποιον, ένα είδος γενικής επένδυσης, βιαστικής, βέβαια, αλλά δίχως ιδιαίτερη οξύτητα. Ακριβώς με το studium ενδιαφέρομαι για πολλές φωτογραφίες….. διότι με την παιδεία μου (αυτό το συννοούμενο είναι παρόν στο studium) συμμετέχω στα πρόσωπα, στις εκφράσεις, στις χειρονομίες, στο διάκοσμο, στις πράξεις.

Υπάρχει ένα δεύτερο στοιχείο που έρχεται να σπάσει (ή να ρυθμοκοπήσει) το studium. Αυτή τη φορά δεν είμαι εγώ που πάω να το γυρέψω (καθώς επενδύω το πεδίο του studium με την κυρίαρχη συνείδησή μου), αυτό είναι που φεύγει από τη σκηνή, σαν βέλος και έρχεται να με διαπεράσει. Υπάρχει στα λατινικά μια λέξη για τούτη την πληγή, για τούτη την αμυχή, για τούτο το σημάδι που κάνει ένα αιχμηρό εργαλείο. Η λέξη αυτή φαίνεται να μου ταιριάζει ακόμα καλύτερα, αφού αναφέρεται και στην ιδέα της στίξης κι αφού οι φωτογραφίες για τις οποίες μιλάω μοιάζουν πράγματι εστιγμένες, κάποτε μάλιστα κατάστικτες, από τούτα τα ευαίσθητα στίγματα. Ακριβώς τούτα τα σημάδια, τούτες οι πληγές είναι στίγματα. Αυτό το δεύτερο στοιχείο που έρχεται να διαταράξει το studium, θα το ονομάσω επομένως punctum, διότι punctun είναι συνάμα: αμυχή, μικρή τρύπα, μικρή κηλίδα, μικρή τομή-αλλά και ζαριά. Το punctum μιας φωτογραφίας, είναι το τυχαίο που, από μόνο του, με κεντά (αλλά και με μελανιάζει, με πονά)”.

H τυχαία (στην πραγματικότητα πολύ λίγα από αυτά τα πράγματα που μας συμβαίνουν ανήκουν στο πεδίο της καθαρής τύχης και σύμπτωσης, αφού ένας μεγάλος αριθμός συμπτώσεων ανήκει στις νοήμονες) συνάντηση  μου στο Ίντερνετ (που εξελίσσεται σε έναν απρόσμενα και μεγάλης έκτασης δημιουργικό πόλο) με το animation, που μαζί και με πολλά άλλα σπάνια και πολύτιμα ”πετράδια” υπάρχουν, με ένα μαγικό τρόπο,  εν αφθονία σε αυτό, αρκεί να ξέρεις την ύπαρξή τους και να φαντάζεσαι που μπορείς να τα βρεις και τον Ντοστογιέφσκι μέσω από το animation, συνάντηση και διάδραση δύο μεγάλων ερώτων μου, συνιστούν αναμφισβήτητα για μένα μια προσέγγιση της τάξεως του punctum, ενός από τα ευτυχέστερα punctum, ολόκληρης της ζωής μου, σε μια μέρα που διατηρεί μια μικρή συμβολική αξία και σημασία μέσα μου, παρόλο που ουσιαστικά δεν είναι μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Ήθελα να μοιραστώ αυτές τις σκέψεις και αυτή τη χαρά μαζί σας (η οποία δεν μετριάστηκε από το γεγονός ότι η ιδέα που είχα να πραγματοποιήσω ένα μέρος της ταινίας που ετοιμάζω για τον Ντοστογιέφσκι με animation, έχει και αυτή πραγματοποιηθεί αφού δεν μειώνει καθόλου την αξία της ιδέας) ελπίζω το punctum μου, να ταιριάζει με το punctum κάποιων από σας και να “συναντηθούν” κάποτε, όπως εύχομαι να ”συναντηθεί” και το punctum του καθενός από εσάς, αρκεί να του δώσετε αέρα για να αναπνεύσει και καλλιεργήσετε το έδαφος για να αναπτυχθεί. Ίσως όμως η σημερινή μέρα μείνει περισσότερο γνωστή σαν η μέρα που ανακαλύφθηκε τυχαία(;) η φράση  “ελάτε να ενώσουμε τα punctum μας”.

Ιούλιος 4, 2008. Tags: , , , . VIDEOS, ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. Δίχως Σχόλια.

Χαρίστε ένα ποίημα δικό σας ή του αγαπημένου σας ποιητή, κάθε χρόνο, κάθε μήνα, κάθε βδομάδα, κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή!

Αφήστε το ποίημα που επιλέξατε να χαρίσετε με τη μορφή σχολίου που δημοσιεύεται αμέσως.

Τα ποιήματα που αποστέλλετε θα «ανεβαίνουν» αυθημερόν και θα συμπληρώνουν το παρόν post 

Χάρισε ένα Ποίημα το οποίο  συνεχώς θα μεγαλώνει. 

ΜΕΘΥΣΤΕ (Σαρλ Μποντλέρ, Πεζά Ποιήματα) 

Πρέπει να ‘σαι πάντα μεθυσμένος. Εκεί είναι όλη η ιστορία : είναι το μοναδικό πρόβλημα. Για να μη νιώθετε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας γέρνει στη γη, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.

Αλλά με τι; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει. Αλλά μεθύστε.

Και αν μερικές φορές, στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πρά­σινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη σκυθρωπή μοναξιά της κάμαρας σας, ξυπνάτε, με το μεθύσι κιόλα ελαττωμένο ή χαμένο, ρωτήστε τον αέρα, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, το κάθε τι που φεύγει, το κάθε τι που βογκά, το κάθε τι που κυλά, το κάθε τι που τραγουδά, ρωτήστε τι ώρα είναι- και ο αέρας, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν : «Είναι η ώρα να μεθύσετε! Για να μην είσαστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε·
με­θύστε χωρίς διακοπή! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως σας αρέσει».

 (Μίσκιν)

Βίλλα του Αδριανού
Τίτος Πατρίκιος

Στην αρχή θυμόμουν καθαρά το πρόσωπο σου. Τα στάχυα των μαλλιών, τα φωτεινά σου μάτια.. Ήταν σα μια φωτογραφία πάνω από το κρεβάτι ενός φαντάρου. Και με τις μέρες το χαρτί ξεθώριαζε, ξεφτάγανε οι γύψοι, απόμεινε στον τοίχο ένα τετράγωνο άσπρο έπειτα γκρεμίστηκε κι ο τοίχος χάθηκαν τα σπίτια πού δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ. Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει — ένα σημείο αναφοράς ετεροειδών πραγμάτων.

(Μέλιος) 

 

H Φοινικιά

Παλαμάς Kωστής

(Στο Δροσίνη, που το πρωτάκουσε)

Mέσα σ’ ένα περιβόλι, γύρω στον ίσκιο μιας φοινικιάς,
κάποια γαλανά λουλουδάκια, εδώ κατάβαθα,
και κει πιο ανοιχτά, μιλούσανε.
Πέρασ’ ένας ποιητής, (που πέθανε τώρα),
και ρύθμισε το μίλημά τους έτσι:

Ώ Φοινικιά, μας έρριξεν εδώ ένα χέρι•
το χέρι τό ‘βαλε καταραμένη
M
οίρα;
το πήγε νους καλοπροαίρετος; Ποιος ξέρει!
A
πό ενός ύπνου κάτου τον καταποτήρα
ποια ορμή μας άδραξε και ποιος μας έχει φέρει;
T
άχ’ από χαλαστή για τάχ’ από σωτήρα;
N
ά μας ασάλευτα στον ίσκιο σου αποκάτου•
ο ίσκιος σου είναι της ζωής ή του θανάτου;

Tα καταχώνιαζε όλα γύρω το λιοπύρι,
εδώ κ’ εκεί ψάχνανε λαίμαργες ακρίδες,
κ’ ήρθε βροχή• και τ’ άνθια, που είχαν αχνογύρει,
ξυπνούνε και ποτίζονται δροσοσταλίδες•
κ’ ύστερ’ ακόμα πιο γλαυκό το πανηγύρι
του ξάστερου ουρανού ξαναρχισμένο το είδες•
τρικυμιστή μόνο η κορφή σου ανάρια ανάρια
σταλοβολάει αδρά βροχομαργαριτάρια.

Λαμποκοπάει ανάσταση το περιβόλι,
κάθε πουλί ονειρεύεται πως είναι αηδόνι,
μονάχα πέφτει από τα ύψη σου σα βόλι
το μαργαριταρένιο στάλαμα, και ―ώ πόνοι―!
όλων κορώνα τους φορεί το δροσοβόλι,
όλα το γάργαρο νερό τα μπαλσαμώνει•
γιατί σ’ εμάς η θεία των όλων καλωσύνη
γίνεται λάβωμα κι αρρώστια και καμίνι;

Πόσο σκληρά χτυπάει το βόλι το δικό σου!
K
ανέν’ αυτί ψηλά, κανένα μάτι εμπρός μας.
Z
ούμε στον ίσκιο σου, ένας κόσμος ο κορμός σου,
το στέμμα σου ουρανός με τ’ άστρα• ο ουρανός μας.
Θεός αλύπητος αν είσαι, φανερώσου.
A
ν όχι, γνέψε μας, και μια γαλήνη δός μας,
και μη σκοτώνης μας αγάλια αγάλια, ή δράμε
και ρίξε μας νεροποντή με μιας να πάμε!

Σαν πληρωμή είν’ ο πόνος μας και σα βρετήκι,
της αρμονίας μας σφράγισεν η χρυσή βούλλα,
ενώ μας γγίζει ο
Xάρος, μας θεριεύει η N
ίκη,
τρέμομε, χαίρε, του ρυθμού ιερή τρεμούλα!
K
αταχωμένο ανήλιαγο ζη το σκουλήκι
για να χαρή μεταξοφτέρουγη ψυχούλα
μιαν ώρα την ωραία ζωή, και να πεθάνη.―
Tο χάσμα της πληγής γίνεται συντριβάνι.

Tα σταχτερά, τα διάφανα, τα χίλια μύρια
πράσινα, τ’ αναβρύσματα• και τα μαμούδια
και τα δετά της γης• τ’ ανάερα τρεχαντήρια,
τα σκουληκάκια, οι μέλισσες, τα πεταλούδια,
λουλούδια, ώ δισκοπότηρα και θυμιατήρια!
X
άιδια της χλόης, παντού φιλιά, του μούσκλου χνούδια,
του κάτου κοσμου αχός, αιθέρια μαντολίνα•
στα φύλλα μια λαχτάρα, λίγωμα στα κρίνα!

Άνθια, όσα ξέρετε, δεν ξέρουν τα τρυγόνια,
ωραίων ερώτων ε¨στ’ εσείς τα διαλεμένα,
σαλέματα, φιλιά, ταιριάσματα στα κλώνια,
μιας πλάσης είναι αυγή του καθενός η γέννα•
της ηδονής και της χαράς τα παναιώνια
τα ξέρετε, ώ λιγόζωα σεις και ώ δακρυσμένα!
E
μείς, ―ώ τα χρυσά της ρίζας σου πλεμάτια!―
μοιάσαμε τα στοχαστικά και τ’ άυλα μάτια.

Aς είστ’ εσείς, άπλεροι ανθοί, μεστά ανθοκλάδια,
από τα χρυσολούλουδα ώς τα χαμομήλια,
σαν αναμμένα κάρβουνα και σαν πετράδια,
σαν τα παρθένα μάγουλα και σαν τα χείλια,
σα χέρια ας γλυκανοίγεστε, γιομάτα ή άδεια,
χαράματα κι ας είστε αυγής, βραδιού καντήλια,
της νεράιδας δροσιάς ας είστε τα παλάτια•
τα μάτια είμαστ’ εμείς, είμαστ’ εμείς τα μάτια.

Σ’ εμάς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
και σύγνεφ’ από έγνοιες και καημούς λαγκάδια,
και τ’ ουρανού τ’ ασάλευτο σ’ εμάς, το σάλο
του πέλαου γύρω στα καράβια προς τα βράδια,
το δάκρυ ακύλιστο, κι αξήγητο κάτι άλλο…
Ποιας φυλακής νά ‘μαστ’ εμείς τα συγγενάδια;
Ήρθε και κλείστη μέσα μας, ―ποιος να πιστέψη!―
μια κολασμένη και μια θεία• η Σκέψη, η Σκέψη!

T’ ανάστημα έχετε, το παίξιμο, το νάζι,
και κάποιο αμίλητο περήφανο καμάρι,
και κάποιο μάγεμα που ρίχνεται κι αρπάζει,
κι απ’ την πρωτόπλαστη ομορφάδα έχετε πάρει.
Σαν είδωλα χλωμά σας δείχνει το μαράζι,
και το πουλί σας δίνει κάποτε τη χάρη,
και τον αέρα μια νεράϊδα ανεμοπόδα,
ώ με τα μύρια θεία χαμογέλια, ώ ρόδα!

Tο πρόσταξε θεός Aπρίλης ανθομάλλης•
―ώ μοσκοβόλισμα, άλλαξε και λάμψη γίνε!
Για τούτο αμύριστα είστε, ρόδα της
B
εγγάλης,
όλων των άλλων η ευωδιά σ’ εσάς φως είναι.
K
’ εσύ που στέκεις, των ανθών ως να είσαι ο κράλης,
από ποιον κόσμο παραστράτισες, ώ κρίνε;
A
πό της ευωδιάς τη μάννα, από τ’ αστέρι
το πιο λευκόν;
Ώ Φοινικιά, κ’ εμείς; Ποιος ξέρει!

Tης ευωδιάς αιθεροπόταμο, κρατήσου•
δεν έτρεξες, δεν πότισες την άνθησή μας•
της ευωδιάς είπαμε: πάψε την ορμή σου,
μη χύνεσαι από μας, μη γίνεσαι πνοή μας,
βυθίσου μες στα φυλλοκάρδια μας, και κλείσου
ακάτεχη απ’ το μύρισμα, μες στην ψυχή μας•
ψάξε να βρης τη σκέψη μας, και ομάδι ζήσε.
Aς είναι η μέλισσα, κ’ εσύ το μέλι ας είσαι!

Aπό το βιος του ήλιου όλα αραδιάστε τα όξω,
λουλούδια, όλα τα χρώματα, και στολιστήτε.
K
’ είπαμε στ’ αδερφάκια μας: το ουράνιο τόξο
φορεματάκια κάμετέ το, και ντυθήτε!
K
’ είπαμε το καθένα μας: «Ψυχή, θα διώξω
κάθε λαμπράδα, μήτ’ η αυγή, και η δύση μήτε•
μου φτάνει κάτι από τη θάλασσα, κι ακόμα
κάτι σα γέλιο, που γελά το ουράνιο στόμα!»

Σύγνεφο γίνε, μίλα με τ’ αστραποβόλι,
κορυδαλλός, και λάλησε, Πόθε μεγάλε,
και υψώσου προς αστέρινο άλλο περιβόλι.
Όλη τη μουσική μες στην αγάπη βάλε,
και βάλε των παιδιών την αθωότητα όλη,
και βάλε κι όλη σου την ομορφιά, και πάλε
θά ‘χης τον ίσκιο της αγάπης• όχι εκείνη•
εκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει και δε σβήνει!

Aπό μια τρίδιπλη ψυχή το περιβόλι,
συρτή και ριζωτή και φτερωμένη, πλέκει
το είναι• η κάμπια ολόβαθα χτίζει μια πόλη,
και το πουλί χτίζει έναν έρωτα παρέκει
προς τον αιθέρα• και η χλωράδα γύρω σου όλη
δεν έχει νόημα, δεν υπάρχει, ή για να στέκη
και να είναι, ακροπρεπίδι σου, στη δούλεψή σου•
ω! πώς υψώνεται στον ήλιο το κορμί σου!

Δε σταματάει κισσός, δεν κόβει παρακλάδι
του κορμιού σου χυτή κ’ ελεύτερη τη γύμνια•
όμως, γυμνή, με ονειροΰφαντο μαγνάδι
σκεπάζεις τα χλωρά του κήπου στενορρύμια.
Λαμποκοπάει της βασιλείας σου σημάδι
κορώνα αχτίδων από σμάραγδα κι ασήμια
κρεμάμενη, τρεμάμενη από την κορφή σου•
ω! τι ρυθμός που κυβερνάει το θείο κορμί σου!

Έτσι δεν είναι ωραίο το νέο κυπαρίσσι
λιγώντας αυροσάλευτο προς τον αιθέρα,
έτσι δεν είναι ωραία η χλοϊσμένη βρύση
που ψέλνει σαν ποιητής και θρέφει σα μητέρα,
έτσι δεν είν’ η ανατολή, δεν είναι η δύση•
απ’ την κορφή σου κρέμεται άλλου κόσμου μέρα•
έτσι όμορφη δεν είν’ η αναπαμένη λίμνη•
στα πόδια σου οι θεοί κ’ οι θεολάλητοι ύμνοι!

Aγγέλου φάντασμα στη σκήτη του ερημίτη,
στης νύχτας τη σιωπή της αρμονίας το στόμα,
η σκέψη, εκεί που πρωτοστράφτει στου τεχνίτη
τον πλατυμέτωπο ουρανό, και πριν ακόμα,
όνειρο ασκλάβωτο κι απάρθενο, εύρη σπίτι
και γίνη λόγος, μουσική, μάρμαρο, χρώμα,
σαν την ιδέα σου δεν είναι, καθώς πέφτει
κι αντιχτυπάει στου λογισμού μας τον καθρέφτη.

Mέσα σου ρέει το διάφανο, τ’ αθάνατο αίμα,
ή ο χυμός ο ανήμπορος να σε ξυπνήση
από ‘ναν ύπνο δίχως μίλημα και βλέμμα
σε μιας αθόλωτης ζωής τ’ ωραίο μεθύσι;
T
ο στέμμα της κορφής σου είν’ ένα ξένο ψέμα
ή τα μαλλιά σου, που η πνοή σαν τα χτυπήση,
γίνονται λύρες για να ειπούν ολόγυρά σου
τη συμφωνία των όλων και της ομορφιάς σου;

Mήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά. Φτερά είν’ εκείνα,
και δοκιμάζεις τα και τα τρεμοσαλεύεις.
Φτερά; δεν είναι, γίνονται• σε τρώει μια πείνα,
και σε μια πλάση ανώτερη νά ‘μπης παλεύεις.
Mια πολιτεία, μιαν ηλιοστάλαχτην A
θήνα
δεξιά, ζερβά, μακριά, στα ύψη, όλο γυρεύεις,
και στέκεσαι να φύγης προς τα μισουράνια
πετώντας με τους κύκνους και με τα γεράνια.

Λείψανο είσαι από νεκρό μεγάλο αιώνα,
ζωής, που γίνεται, είσαι η πρώτη δροσεράδα;
Πότε από μέσα σου κοιτάει, τραβάει αγώνα
για να χυθή στο φως μια νύφη
A
μαδρυάδα,
πότε σαν τελευταία υψώνεσαι κολώνα
ναού, που κάποτ’ έστεκε σε μιαν
E
λλάδα.
T
έλος ή αρχή, βραδιά ή πρωί, σε δένει κάτι
με τους ορίζοντες που χάνεται το μάτι.

Ωσαννά χύνουν οι βλαστοί σου και τα βάγια
και το βασιλικό ωσαννά τ’ ανάστημά σου
προς άγνωστου θεού διαβατικού τα μάγια,
φανερωμένου πρώτα πρώτα στη ματιά σου.
E
σύ ωσαννά, ωσαννά αποκρίνονται τα πλάγια.
Ω! ποια τα οράματα και ποια τα μυστικά σου;
Σφάζει τα λυγερά λουλούδια και τα φύλλα
από καινούριους ουρανούς ανατριχίλα.

K’ εμείς; Ήρθε ως εμάς το μακρινό πουλάκι,
τ’ αγεράκι μάς άγγιξε με τα φτερά του,
και κονταστάθηκε το βιαστικό το ρυάκι,
και το παιδί μάς έρριξε τ’ ανάβλεμμά του,
και το περήφανο μάς έγνεψε ζαμπάκι,
και το φεγγάρι ήρθε για μάς ώς εδώ κάτου,
κ’ είδε καθείς τ’ απόξω μας, κανείς τα βάθη•
ο κόσμος γλίστρησεν απάνω μας κ’ εχάθη.

Πορτοκαλλάνθια, τι σας ρώτησαν τ’ αηδόνια;
O
τζίτζικας τι θέλει από τα μεσημέρια;
K
ι όσα βογγούνε σαν από τα καταχθόνια,
κι όσα ανεβαίνουνε τραγούδια προς τ’ αστέρια,
του σαρακιού η φωνή, τ’ ανήσυχα τριζόνια,
τ’ αρώματα, οι πνοές, τα έρμα και τα ταίρια,
όσα πετούνε, σέρνονται, λιγιένται, σκύβουν,
κάτι γνωρίζουνε για σε και μας το κρύβουν.

Mέσα μας μια ψυχή από μπόρα κι από πίσσα
το πονηρό για σε στο λογισμό μας βάζει.
Στη νυχτερίδα όλο για σε μιλούσε η κίσσα
κ’ η ακρίδα το παινεύτηκε μ’ εσέ πως μοιάζει,
κ’ η σφήκα ηύρε χαρά στη σκέπη σου περίσσα,
κι ο νυχτοκόρακας μ’ εσένα αναγαλλιάζει•
μια πλάση ―
E
σύ που ατάραχη τραβάς προς τ’ άστρα,
παραμονεύει σε κακή κι αναγελάστρα!

Ώ φυσημένη απ’ την καρδιά του πεύκου, Yγεία!
Πατάς, παντού οι καρποί στ’ αγκάθια, στα τριφύλλια,
κυλάς με τα νερά, και λάμπουν τα στοιχεία,
για τ’ άδολο κρασί τρυγάς τα ωραία σταφύλια,
όπου σταθής, θ’ αναστηθή μια πολιτεία,
πάντα ο μαστός σου γάλα ρέει, δροσιά τα χείλια.
Ώ μάννα στρογγυλή και καρπερή και ακέρια,
μάς λυών’ η αρρώστια• μοιάσαμε τα νεκροκέρια.

Kλαδιά, μαλλιά, φτερά. Ίσκιοι, που η θεία της χάρη
παίζει κι απλώνει, πρώτε, δεύτερε και τρίτε,
από το στοιχιωμένο το σκληρό φεγγάρι
―μήτε κλαδιά, μήτε μαλλιά, και φτερά μήτε!―
Προψές μιαν όψη τέταρτην είχατε πάρει•
σπαθιά! και καρτερούσατε για να χυθήτε.
N
υχτοπετούσα πεταλούδα, έλεος κάμε•
απάνω στα φτερά σου πάρε μας να πάμε!

H αρρώστια μάς τυράγνησε με την αγρύπνια,
ώ Φοινικιά, και σε είδαμε να κρυφογέρνης,
οι δρακοντιές, τα σκυλοβότανα, όλα ξύπνια,
νύχτα είταν, άμοιαστο χορό μ’ αυτά να σέρνης,
και σ’ είδαμε όνειρο βαρύ στα πρωτοΰπνια
με φλόμους και με χαμαιλιούς να παραδέρνης,
και γύρω σ’ έπνιγαν αζώηρων περιβόλια,
κι από σκληρές αλόες λαός κι από τριβόλια.

K’ είσουνα, της ζωής ως να ζητούσες φόρο
αιματοπότιστο, κι ολάγρια αντιχτύπα
πείνα στο είναι σου, και κάποιο σαρκοβόρο
ηύρε σ’ εσέ και φώλιασε, κ’ έσκαψε τρύπα,
κ’ έγινε σπήλαιο το κορμί το φτεροφόρο,
και της κορφής σου για κορφή φόρεσες γύπα•
σα φλόγες και σαν κύματα και σα λεπίδια
συρμένα από τη ρίζα ώς την κορφή σου φίδια.

Ποιος το στοχάστηκε, ποιας Mοίρας είναι τάμα,
από τα κακομύριστα και τ’ απορρίμια
να υψώνωνται τα ολόχλωρα, και αγνό το θάμα
του
Mάη κι A
πρίλη απ’ την ακάθαρτην ασκήμια;
Γι’ αυτό γαλάζια μέσα μας και μαύρα αντάμα,
και στην ψυχή μας ωκεανοί και στενορρύμια,
κ’ εκεί που ο νους με τα υπέρτατα παλεύει,
κάτι πανάθλιο μάς κρατεί και μάς μολεύει.

Ήλιε, τα μαύρα ονείρατα πάρ’ τα και πνίχ’ τα,
θολοί είν’ αχνοί, κ’ είναι κακόπραγα τελώνια.
Θρέψε τα ωραία και τ’ αγαθά, τα πάντα δείχ’ τα,
σαν αχτιδοπαιξίματα και σαν αηδόνια.
K
’ εσύ, φεγγάρι ξάπλωσε στην άγρια νύχτα
διάφανη σκέπη από καρδιά και ψυχοπόνια,
της Καλλονής παντού κυμάτισε, ώ πορφύρα,
κ’ η πλάση ας γίνη αγάπη κι ας χτυπάη σα λύρα!

Ξημέρωσε. Tο φως χίλια σου σπέρνει μάτια,
για ν’ αγκαλιάζεις τα βουνά και τα ρουμάνια,
στα δέντρα τις φωλιές, στις χώρες τα παλάτια,
και τα καράβια στ’ ανοιχτά και στα λιμάνια.
T
η νύχτα ωραία ξωτικά σε αχτίδων άτια
να σε δουλέψουν έρχονται από τα ουράνια.
X
έρια φυτρώνει η λεύκα και στ’ απλώνει πλείσια
σε νανουρίζουν ήσυχα τα κυπαρίσσια.

Mιλάς με τον αϊτό και με τον πελεκάνο,
ρουφάς τη μουσική του κόσμου στάλα στάλα,
βλέπεις τα μακρινά, τα γύρω και τ’ απάνω,
τ’ απέραντα και τ’ άπιαστα και τα μεγάλα,
ανταποκρίνεσαι με κάθε αεροπλάνο,
με αχτίδες, με φτερά, με την παγκόσμια σκάλα.
K
’ εμείς γυρτά στη γη, δαρμέν’ από μια λύπη,
ακούσαμε της γης το μέγα καρδιοχτύπι.

Aκούσαμε της γης το μέγα καρδιοχτύπι.
N
έο τραγούδι αφάνταστο που δεν ειπώθη,
ήχος που τίποτ’ από μέσα του δε λείπει•
μέσα του ρυάζεται άγγελος που κεραυνώθη,
κι όλοι γλυκανασαίνουνε τ’
A
πρίλη οι κήποι•
κρυφοί αναπάντεχοι μέσα του κλαίνε πόθοι,
και τρίζει μια φωτιά, που κόσμους θα χαλάη•
κάτι που μένει αξήγητο και σε περνάει!

Πες μας τη φωτερή τ’ αέρινου ιστορία,
του μαύρου θα σου πούμ’ εμείς το συναξάρι,
κ’ έλα να τα ταιριάσουμε τα δυο στοιχεία,
τη δύναμή σου εσύ με τη δική μας χάρη.
Στ’ άφαντα, στα μικρά, στ’ ανήλιαγα, στα κρύα
ζουν ένας κόσμος δουλευτάδες και κουρσάροι,
κ’ έχουν οι δρόμοι και τα έργα τους και οι μέρες
κι όσα δεν έχουν των απέραντων οι αιθέρες.

Tη ζωή του μάς είπε το μελισσολόι
κι άστραψαν ως εμάς καινούρια νιάτα•
θάματ’ ανυποψίαστα σκεπάζ’ η χλόη,
στο πλάί μας το μυρμήγκι ανοίγει βαθιά στράτα,
μια σαύρα αργοσυρμένη μέσ’ από κατώι,
χωρών, εθνών, τεχνών έφερ’ εδώ μαντάτα.
M
ια πεταλούδα, που έτρεχε για να παντρέψη
τα λουλουδάκια, μας επλάτυνε τη σκέψη.

Aπάντρευτη, άκαρπη, κι αξήγητη και ωραία!
Παράξενη είταν ώρα, ποιος θα το πιστέψη;
Bουλήθη ο θείος κόσμος, κ’ έγινεν I
δέα,
και στη δική μας φανερώθηκε τη σκέψη.
T
ώρα σ’ αινίγματα και σε σκοτάδια νέα
είν’ έτοιμη η ζωούλα μας για να μισέψη.
―Ώ Φοινικιά, αποκρίσου• να! φυλάει καρτέρι,
πριν πης το λόγο τον υπέρτατο, ένα χέρι.

Ώ Φοινικιά, μας έσπειρεν εδώ ένα χέρι,
και θα ξαναπλωθή, και θα μας ξερριζώση,
και θα πεθάνουμε• το κύμα και τ’ αγέρι
και το νερό ανελεήμονα θα μας σαρώση,
και δε θα κλάψη μας τ’ ολόανθο καλοκαίρι,
κ’ η πλατιά πλάση το χαμό μας δε θα νιώση,
και κάτου από του ίσκιου σου τα μάγια πάλι
θ’ αναστηθή μοσκόπνοη μια βλάστηση άλλη.
K
αι μήτε θα βρεθή για μας κανένα μνήμα
του διάβα μας το φάντασμα να συγκρατήση•
μονάχα ολόφωτο τριγύρω σου ένα ντύμα
με νέα μια λάμψη αχάλαστη θα σε στολίση,
και θα είναι η σκέψη μας κι ο λόγος μας και η ρίμα.
K
αι θα φανής εσύ στην ξαφνισμένη χτίση
σαν ένα χρυσοπράσινο καινούριο αστέρι.
Kαι μήτ’ εσύ, μήτε κανείς δε θα μας ξέρη…

(από το K’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001)

 (Μίσκιν)

 

Powered by Qumana

Ιούνιος 26, 2008. Tags: . ΧΑΡΙΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ. Δίχως Σχόλια.

Ετήσια συνάντηση Λεσχών Ανάγνωσης με την πρωτοβουλία του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (Παρασκευή 29 Μαΐου, Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης)

Ετήσια συνάντηση Λεσχών Ανάγνωσης με την πρωτοβουλία του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (Παρασκευή 29 Μαΐου, Διεθνής Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης)

«Αν μπορεί  να βοηθάει ένας θεσμός κεντρικός στις συναντήσεις των ανθρώπων σε κάποιες πόλεις και κάποιες εκδηλώσεις είναι θαυμάσιο, αλλά νομίζω το ότι να φύγει κανείς από τον προσωπικό, παρεΐστικο χαρακτήρα των Λεσχών Ανάγνωσης και να πάει να τον κάνει έναν κρατικά οργανωμένο θεσμό, πάμε στο άλλο άκρο και ίσως είναι λάθος. Ακριβώς αυτό το μέσο επίπεδο ενημέρωσης και προώθησης της ιδέας νομίζω ότι είναι ο ιδανικός ρόλος του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Από κει και πέρα δεν αναρωτιέμαι αν μπορεί να κάνει κάποια πράγματα, αλλά αν πρέπει να κάνει κάποια πράγματα ή μάλλον αν θα ήθελαν οι άνθρωποι που έχουν το κέφι, το μεράκι, την χαρά να κάνουν με την παρέα τους μια λέσχη ανάγνωσης να έρθει κάποιος να τους συντονίζει, να τους λέει τι να κάνουν, γιατί το επόμενο βήμα είναι από το να μας συντονίζουν, να μας λένε και τι να κάνουμε. Νομίζω ότι χρειάζεται μια χρυσή τομή. Όπως εμάς στο «Θαλής και Φίλοι» μας λένε θέλετε να βάλουμε την ιδέα να την πάρει το Υπουργείο να την κάνει υποχρεωτική για όλα τα σχολεία, λέμε προς Θεού όχι».

(more…)

Ιούνιος 17, 2008. Tags: . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. Δίχως Σχόλια.

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε η πρώτη ηλεκτρονική συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι”

Και τώρα που μάθαμε, μην χανόμαστε. Μπορούμε να πραγματοποιούμε και άλλες ηλεκτρονικές συναντήσεις με συγκεκριμένο θέμα, μπορούμε να συναντιόμαστε ηλεκτρονικά όποτε το νοιώθουμε. Οι κανονικές μας συναντήσεις θα επαναληφθούν από τις αρχές Σεπτεμβρίου, με πρώτο θέμα ποιόν άλλο τον Pessoa, το Βιβλίο της Ανησυχίας, τα Ποιήματα του, Το Πίσω από τις Μάσκες κ.α.. Καλό Καλοκαίρι, σε όλους! Και μην ξεχνάτε ότι η ηλεκτρονική λέσχη ανάγνωσης “Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι” θα λειτουργεί καθημερινά.


Ιούνιος 15, 2008. Tags: . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. Δίχως Σχόλια.

Την Κυριακή στις 2 το μεσημέρι θα διεξαχθεί ηλεκτρονική συνάντηση όσων το επιθυμούν με θέμα τον Πεσσόα

Λόγω απουσίας πολλών μελών η συνάντηση της Κυριακής θα πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά στις 2 το μεσημέρι και θα περιοριστεί στον Πεσσόα. Καταθέστε κείμενα και σκέψεις σας μέχρι τη συνάντηση.

Ιούνιος 14, 2008. Tags: . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. Δίχως Σχόλια.

Fernando Pessoa: Πίσω από τις Μάσκες, σημειώσεις ενός λαθρεπιβάτη της ζωής (Εκδόσεις Ροές)

 

 

Εισαγωγή Αλέξανδρου Βέλιου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στον καθέναν από εμάς κατοικοεδρεύουν (ενε­δρεύουν) πολλοί άνθρωποι, διαφορετικοί και μά­λιστα αντίθετοι μεταξύ τους. Η αναζήτηση του εγώ γίνεται έτσι μια επίπονη διαδικασία, ένα τσουχτερό ψηλάφισμα στα τυφλά, μια διαδρομή όλο επτασφράγιστες πόρτες, σκοτεινές γωνιές, παραμορφωτικούς καθρέφτες, μια επώδυνη ιχνη­λασία της εσωτερικής μας κατωκημένης χώρας. Ποιος είμαι; Ποιοι είμαστε; Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες, αποκρίθηκε, περί το 1930, ο Πιραντέλλο. Ο Μπόρχες, ο Βαλερύ, ο Κάφκα, μεταξύ άλλων -για να μείνουμε στη λογοτεχνία-, έδωσαν με το έργο τους ο καθένας τις δικές του απαντή­σεις (απαντήσεις! Πρόκειται μάλλον για αποκρυ­στάλλωση ερωτημάτων, για εκγυμνάσεις της συ­νείδησης). Αλλά ίσως πιο μακριά απ’ όλους, με τον πιο συστηματικό τρόπο, με την πιο ακραία ευ­αισθησία, προχώρησε στο πεδίο αυτό ο Φερνάντο Πεσσόα. Έχτισε το έργο του αρνούμενος και ταυ­τόχρονα αναζητώντας τον εαυτό του, κατασκευά­ζοντας άντ’ αυτού δεκάδες καθρέφτες επιλεκτικής αντανάκλασης, δεκάδες «πραγματικά» πρόσωπα προκειμένου να ξεφύγει από το δικό του.

 

Δεν είμαι τίποτα.

Ποτέ δεν θα είμαι τίποτα.

Δεν μπορώ να θέλω να είμαι τίποτα.

Εκτός αυτού, φέρω μέσα μου όλα τα όνειρα του κόσμου.

Αυτός ο Άνθρωπος με τις Μάσκες, αυτός ο Πολλαπλός Ποιητής, αυτός ο λαθρεπιβάτης του εαυτού του, υπήρξε πραγματικά; Υπήρξε ο Φερνάντο Πεσσόα;

(more…)

Ιούνιος 12, 2008. Tags: , . ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ, ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ. Δίχως Σχόλια.

Στις 15 Ιουνίου (Κυριακή 11.30 το πρωϊ) η επόμενη συνάντηση της λέσχης ανάγνωσης στον Α.Σ.Τ.Ο. (Βαλτετσίου 3)με Λακλό και Πεσόα

Θα διαβαστούν αποσπάσματα από το βιβλίο του Σοντερλό ντε Λακλό “Επικίνδυνες Σχέσεις” και θα συζητηθεί η θέση της γυναίκας στην κλασική λογοτεχνία με αφορμή το αιρετικό αυτό κείμενο. Θα προβληθούν αποσπάσματα από τις ταινίες “Επικίνδυνες Σχέσεις” του Στίβεν Φρίαρς και Βαλμόν του Μίλος Φόρμαν.

Επίσης θα διαβαστούν αποσπάσματα από βιβλία του Φερνάντο  Πεσόα και ποιήματά του. Θα είναι μια πρώτη γνωριμία με το έργο του μεγάλου Πορτογάλου συγγραφέα με το οποίο θα ασχοληθούμε εκτενέστερα  μετά το Φθινόπωρο όπου θα διαβαστουν αποσπάσματα και από το “Βιβλίο της Ανησυχίας”

Μάιος 15, 2008. Tags: . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. 2 Σχόλια.

Την Κυριακή 11-5-2008 στις 11.30π.μ. στον Α.Σ.Τ.Ο. η επόμενη συνάντηση της Λέσχης συνεχίζει το αφιέρωμα στον Ντοστογιέφσκι

Την Κυριακή 11-5-2008 στις 11.30 το πρωί στην αίθουσα του Α.Σ.Τ.Ο. (Βαλτετσίου 3) θα πραγματοποιηθεί η επόμενη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης «Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» με θέμα: «Ο ρόλος του Ηλίθιου στο έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι». Μέρος ΙΙ

Θα διαβαστούν αποσπάσματα από τον Ηλίθιο και από τα βιβλία Ζητήματα της Ποιητικής του Ντοστογιέφσκι του Μιχαήλ Μπαχτίν, Κριτικές από το Υπόγειο του Ζενέ Ζιράρ, Ντοστογιέφσκι ο Μεγάλος Αμαρτωλός του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ντοστογιέφσκι του Στέφαν Τσβάιχ, Ντοστογιέφσκι του Κωστή Παπαγιώργη, Ο Ηλιθιος του Ντοστογιέφσκι και το Μηδέν της Γραφής του Γιάγκου Ανδρεάδη, ενώ θα προβληθούν αποσπάσματα από τον «Ηλίθιο» του Κουροσάβα. Η λέσχη ανάγνωσης «Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» είναι ανοικτή στη συμμετοχή και μη μόνιμων μελών.

Απρίλιος 20, 2008. Tags: . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ. Δίχως Σχόλια.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάγκου Ανδρεάδη «Ο Ηλίθιος του Ντοστογιέφσκι και το Μηδέν της Γραφής»

Ένα τέτοιο κείμενο δεν υποκαθίσταται με περιγραφή είτε ανάλυση· επίσης ανθίσταται στον σχολιασμό. Ωστόσο είναι οι σε­λίδες όπου ο Ντοστογιέφσκι, καθαρότερα από οπουδήποτε άλλου, συνδέει πόνο και ομορφιά, εκμηδένιση και βίωμα, που γράφεται ως δημιουργία στο φως μιας γνώσης που  είναι καρπός του δικού του μαρτυρίου. Βέβαια τα λεγόμενα του, οποιαδήποτε λεγόμενα, εδώ που τα λέμε, έχουν αξία σχετική. Εξαρτώνται από το αν ο αναγνώστης έχει ανάλογες εμπειρίες, ή, ανεπιγνώτως συνήθως, τείνει προς αυτές.

Απρίλιος 19, 2008. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ. Δίχως Σχόλια.

Επόμενη συνάντηση της λέσχης ανάγνωσης Πάτρας την Κυριακή 6 Απριλίου στον Α.Σ.Τ.Ο. Βαλτετσίου 3 στις 11.30π.μ. με θέμα “Ο Ρόλος του Ηλίθιου στο έργο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι”

300px-dostoevsky_1872.jpg

διαβάστε το αριστουργηματικό έργο του μεγάλου δάσκαλου Φιοντόρ, επιλέξτε αποσπάσματα για να διαβάσουμε όλοι μαζί στη λέσχη αλλά και όσοι δεν τα καταφέρετε θα έχετε την ευκαιρία να πάρετε μια γεύση από το έργο του  “καλύτερου ανθρώπου που περπάτησε ποτέ στη γη” και να συζητήσουμε πάνω σε αυτό.

Γιάννης Καραμπίτσος

Συντονιστής αφιερώματος για τον Ντοστογιέφσκι

Μάρτιος 26, 2008. Tags: , . ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ, ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ. Ένα Σχόλιο.

Older Entries